5.3.13
Τα αγάλματα
Αισθανόμουν σκατά όπως συνήθως και ήταν
ακόμα πρωί περίπου. Δώδεκα το μεσημέρι. Τέτοια ώρα ξυπνάω. Χτες δεν είχα πιεί πολύ αλλά και πάλι
αισθανόμουν σαν κάποιος να μου είχε πατήσει την ψυχή με οδοστρωτήρα και μετά να
έχεσε πάνω στα απομεινάρια της.
Δουλειά δεν υπήρχε ούτε για δείγμα αλλά και
να υπήρχε δεν θα ήμουν χαρούμενος, απλά θα ήμουν υποχρεωμένος να πάω λόγω των
χρημάτων.
Περίμενα να με πάρουν από μία δουλειά αλλά
το τηλέφωνο δεν χτυπούσε. Το μόνο που είχα να κάνω ήταν να γράφω στον
υπολογιστή και να τσακώνομαι με τους γείτονες. Ήταν μία πλήρης απασχόληση και
αυτό.
Είχα αράξει και έπινα καφεδάρα και κάπνιζα
τσιγάρο όταν επιτέλους το τηλέφωνο μου χτύπησε. Πετάχτηκα από την τρομάρα μου
γιατί είχα ξεσυνηθίσει τον χαζό του ήχο. Δεν μπορούσα να τα μάθω με τίποτα τα
κωλοτηλέφωνα.
Πριν σηκώσω το τηλέφωνο, ένα δευτερόλεπτο
πιο πριν, σκέφτηκα το θάνατο, δεν ήξερα γιατί σκεφτόμουν τον μαλάκα τον θάνατο.
Ίσως έπασχα από κάποια μορφή υποχθόνιας κατάθλιψης που σε πιάνει πριν σηκώσεις
το ακουστικό. Βέβαια, θα μου πεις, και ποιος δεν πάσχει από κατάθλιψη τη
σήμερον ημέρα; Όλοι, απλά μερικοί το γνωρίζουν κιόλας, όπως εγώ.
«Ναι;» είπα στο ακουστικό.
«Γεια σας, σας τηλεφωνούμε από το
ξενοδοχείο Sun Resorts
στην Χερσόνησο. Μας είχατε στείλει ένα βιογραφικό σας» είπε μία γυναικεία φωνή.
«Ναι» είπα αδιάφορα.
«Θα θέλαμε να περάσετε από συνέντευξη,
σήμερα στις 3 το μεσημέρι» είπε η φωνή.
«Εντάξει» είπα και κλείσαμε το τηλέφωνο.
Ξούρισα το μούσι και έκανα μπάνιο. Πατήκωσα
τη μαλλούρα μου που ήτανε σαν θάμνος, έβαλα κάτι κυριλέ ρούχα και πήγα με τα
πόδια στη στάση να πάρω το κωλολεωφορείο να πάω στη Χερσόνησο. Πρώτα πήρα το
αστικό και πήγα κέντρο και μετά το κτελ για Χερσόνησο. Συνολικά έκανα μία και
μισή ώρα. Είχα αργήσει. Η ώρα ήταν 3 και μισή. Έτρεχα σαν μαλάκας να προλάβω.
Δεν είχα υπολογίσει σωστά την ώρα.
Έφτασα σαν ξεμαλλιασμένη μαϊμού στην είσοδο
της ρεσεψιόν.
«Που είναι η συνέντευξη;» ρώτησα έναν τύπο
που έμοιαζε να με μισεί από την πρώτη στιγμή που έριξε το βλέμμα του πάνω μου.
Εγώ είχα υιοθετήσει την έκφραση σε γράφω
στ’ αρχίδια μου.
«Τρίτη πόρτα δεξιά» έφτυσε ο τύπος με
μίσος.
Κάποιος πρέπει να του είχε σκοτώσει το
σκύλο ή κάτι τέτοιο.
Το μέρος έμοιαζε με παλάτι. Αρχαιοελληνικά
αγάλματα παντού, ασπίδες, ήλιοι της Βεργίνας και τέτοια. Σαν μουσείο ήτανε.
Ανατρίχιασα και πήγα εκεί που μου είπε ο τύπος.
Χτύπησα την πόρτα. Μία γυναικεία φωνή μου
είπε να περιμένω. Περίμενα περίπου μία ολόκληρη ώρα όρθιος σαν αγγούρι. Το
στομάχι μου έκανε θόρυβο και με είχε πιάσει και χέσιμο γιατί δεν είχα προλάβει
να στείλω το γράμμα το πρωί. Άναψα τσιγάρο. Ο τύπος ξαναπέρασε από μπροστά μου.
Στάθηκε εκεί που καθόμουν και περίμενα.
«Σβήσε το τσιγάρο» είπε με μίσος και πάλι ο
σάπιος.
«Γιατί;» είπα εγώ με μαγκιά να τον ψαρώσω
τον αρχίδα.
«Τι γιατί ρε; Εδώ είναι Sun Resorts» είπε με περηφάνεια ο
σκατιάρης.
«Και τι έγινε;» είπα εγώ με άνεση
μάδερφάκερ και τράβηξα βαθειά τζούρα.
«Απαγορεύεται το κάπνισμα εδώ μέσα» είπε ο
παπάρας.
Εγώ έκανα πως κοιτάω τριγύρω.
«Μμμ...δεν βλέπω καμία ταμπέλα πουθενά»
είπα εγώ και χαμογέλασα χωρίς να σβήσω το τσιγάρο μου.
Ο τύπος έκανε μεταβολή και έφυγε ηττημένος
και νευριασμένος. Δεν θα τα πηγαίναμε καλά με αυτόν. Κάποιο σοβαρό πρόβλημα
είχε ο τύπος.
Μετά από λίγο ο τύπος ξαναήρθε και κρατούσε
μαζί του μία εκτυπωμένη κόλλα Α4 που πάνω έγραφε με μεγάλα μαύρα γράμματα
ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΚΑΠΝΙΣΜΑ – ΑΠΟ ΤΗΝ ΔΙΕΥΘΥΝΣΗ SUN RESORTS και την κόλλησε με σελοτέιπ στον τοίχο απέναντι από
εμένα. Κόντεψα να βάλω τα γέλια.
Εγώ είχα ήδη πετάξει το τσιγάρο μου κάτω
και το είχα καταχωνιάσει σε μία γωνία που δεν φαινόταν το αποτσίγαρο. Του την
είχα φέρει του μαλάκα. Ήμουν χαρούμενος. Ακόμα περίμενα την πόρτα να ανοίξει.
Τι γινόταν δεν ήξερα.
«Μη
σε ξαναδώ να ανάβεις τσιγάρο» είπε ο τρόμπας.
«Άντε γαμήσου ρε φασίστα» του είπα
αγριεμένος τώρα. Δεν γούσταρα να μου μιλάει έτσι ο κάθε τυχαίος υπάλληλος
καριολόπουστας.
Εκείνος έμεινε με ανοιχτό το στόμα, έκανε
μεταβολή και έφυγε τρέχωντας σχεδόν. Εγώ είχα ανάψει και ήμουνα έτοιμος για
καβγά. Τα είχα πάρει στο κρανίο. Άρχισα να χτυπάω την πόρτα.
«Τι θα γίνει εκεί μέσα; Άντε έχουμε και
δουλειές! Τόση ώρα περιμένω» ούρλιαξα και κοπάνησα με το πόδι μου τη πόρτα.
Η πόρτα άνοιξε και από μέσα υπήρχε ένα όμορφο
πλάσμα. Μάλλον ήταν εκείνη η γυναίκα που με πήρε τηλέφωνο.
«Συγνώμη κ. Κοβαλένκο, είχα μία τηλεφωνική
συνομιλία που δεν μπορούσε να διακοπεί, περάστε παρακαλώ» είπε η γυναικάρα και
μπήκα μέσα με το σαγόνι στο πάτωμα να σέρνεται. Είχα ξεχάσει τον καβγά με τον
μαλάκα για τα καλά.
Έκατσα στην καρέκλα απέναντι από το γραφείο
της. Έκατσε και εκείνη απέναντι μου. Φορούσε φούστα. Έκανα πως κάτι μου έπεσε
και έσκυψα και είδα τα πόδια της. Πολύ ωραία, σκέφτηκα. Ήταν μελαχροινή και
γύρω στα 30 χρόνια της. Πολύ καλή. Άναψα τσιγάρο.
Εκείνη χαμογέλασε και μου έδωσε τασάκι.
«Λοιπόν κ. Κοβαλένκο, εδώ βλέπω έχετε
δουλέψει νυχτερινός στο Παρσιφάλ. Γιατί φύγατε;» με ρώτησε το μανούλι κοιτώντας
μία εμένα και μία το βιογραφικό μου.
«Δεν έδιναν ρεπό και ήταν όλοι χοντρομαλάκες
εκεί μέσα και δεν τους άντεχα άλλο» είπα ψύχραιμα.
Εκείνη είχε μείνει να με κοιτάει. Δεν ήταν
συνηθισμένη σε συνεντευξιαζόμενους σαν και του λόγου μου. Είχα κάτι το σκληρό
και το αμίληκτο, το παραδέχομαι. Έτσι ήμουν όμως τι να κάνω; Να προσποιούμαι;
Δεν μπορούσα. Ήμουν σκληρός άντρας.
«Δηλαδή
δεν πήρατε ούτε ένα ρεπό ολόκληρη σεζόν;» είπε η τύπα.
«Όχι. Ούτε ένα. Δούλεψα έξι μήνες σερί,
μόνο νύχτα» είπα και τράβηξα τζούρα αλά Χάμφρει Μπόγκαρτ στο πιο αφανέξ και
χωρίς καπέλο.
«Μάλιστα. Ακούγεται απάνθρωπο» είπε εκείνη
χωρίς ίχνος λύπησης στη φωνή της, απλά το είπε γιατί δεν ήξερε τι άλλο να πει.
Άρχισα να βαριέμαι. Περίμενα να δω τι άλλο θα μου έλεγε.
«Κοιτάξτε εμείς εδώ δίνουμε ρεπό. Τo ωράριο
είναι σπαστό. Έρχεστε 9 το πρωί και φεύγετε 1 το μεσημέρι και μετά ξαναέρχεστε
5 το απόγευμα και σχολάτε στις 9 τη νύχτα. Σας χρειαζόμαστε για το πάρκινγκ. Θα
βοηθάτε και στην ενοικίαση των αυτοκινήτων με τον Σούλη» είπε η τύπισσα.
«Σπαστό ωράριο; Πόσα φράγκα;» είπα.
«600 ευρώ ένα ρεπό το μήνα» είπε η τύπισσα.
«Όχι ευχαριστώ» είπα εγώ και σηκώθηκα.
Πέταξα το τσιγάρο στο τασάκι. Το έσβησα με το δάχτυλο και κάηκα αλλά δεν το έδειξα.
Εκείνη με κοιτούσε αποχαυνωμένη.
«Γιατί δεν σας άρεσε η πρόταση μου;» είπε η
τύπισσα.
«Γιατί εσείς δεν ψάχνετε υπάλληλο, μαλάκα
ψάχνετε σαν και εκείνη τη μαϊμού εκεί έξω» είπα.
«Είστε πολύ αγενής κ Κοβαλένκο, ο Σούλης
είναι πολύ καλό παιδί» είπε εκείνη τσαντισμένη.
«Ναι, τόσο καλό παιδί που κόντεψα να τον
πλακώσω στα χαστούκια το μαλάκα» είπα και άφησα μία κλανιά. Έκανα μεταβολή και
βγήκα χωρίς να κλείσω την πόρτα πίσω μου.
Ο μαλάκας ο πριξαρχίδας ο Σούλης με
περίμενε καραούλι απέξω. Πρέπει να είχε στήσει και αυτί και μάλλον τα είχε ακούσει
όλα.
Πήγε να απλώσει χέρι να με σταματήσει για κάποιον
δικό του τρελό λόγο. Του έριξα μία σπρωξιά και τον σώριασα κάτω. Εκείνος δεν το
περίμενε και έσκασε με την πλάτη στο μάρμαρο. Πήγα να περάσω από πάνω του αλλά
το αρχιδάκι ο Σούλης μου έπιασε το πόδι και με έριξε και μένα κάτω. Πήρα
παραμάζωμα κάτι αγάλματα και γαμήθηκε ο Δίας εκεί μέσα. Τα αγάλματα σπάσανε και
εγώ είχα χτυπήσει τον καρπό μου από την πτώση. Είχα τσαντιστεί άγρια τώρα.
Γύρισα και του κλώτσησα τη μούρη με το παπούτσι
μου.
Η γκόμενα είχε βγει έξω από το γραφείο και
ούρλιαζε.
«Το αγάλμα, μηηηη, τα αγάλματαααααααααα!!!».
Το μόνο που την ένοιαζε τη καριόλα ήτανε τα
αγάλματα. Χέστηκε για τον Σούλη που τις έτρωγε, χέστηκε και για μένα που είχα
κατασκοτωθεί να πούμε και κυλιόμουν στα πατώματα σαν κάμπια.
Ο Σούλης είχε ανέβει πάνω μου τώρα και μου
κοπανούσε το κεφάλι με ένα κομμάτι αγάλματος. Την έφαγα στο κούτελο. Ζαλίστηκα.
Γινόταν χαμός. Η γκόμενα μάζευε τα κομμάτια απο τα σπασμένα αγάλματα και έκλαιγε.
Τι σκατά γινόταν ρε; Πως έμπλεξα έτσι. Απέκρουσα ένα χτύπημα του Σούλη και τον
γύρισα με λαβή ανάποδα. Ήτανε και χοντρός ο μαλάκας ο κοιλαράς και δυσκολεύτηκα.
Ήμουν όμως κι εγώ αλάνι και δεν μάσαγα από Σούληδες. Του άδειασα μία καλή
μπουνιά στη μύτη και μάτωσε το σύμπαν. Πρέπει να του την είχα σπάσει.
Ο Σούλης με το που είδε το αίμα στα χέρια
του άρχισε να κάνει εμετό πάνω του. Εγώ αηδίασα και του έριξα μία κλωτσιά στα
αρχίδια. Η γκόμενα άρχισε να με κοπανάει κι εκείνη με κάτι κομμάτια αγάλματος. Γαμώ
την τύχη μου. Της έπιασα τα χέρια και την κόλλησα στον τοίχο. Δεν βαρούσα ποτέ
γυναίκες, δεν ήταν του χαρακτήρα μου, ακόμα κι αν εκείνες με κοπανούσαν εγώ βράχος,
δεν βαρούσα πίσω. Πάντα έλεγα πως από γυναίκα θα πήγαινα επειδή δεν θα αντιδρούσα
εαν θα με σκότωνε με κανά τσεκούρι.
Εκεί που την είχα κολλημένη δεν ήξερα πως
να της κλείσω το στόμα για να μην ουρλιάζει και της έχωσα τη γλώσσα μου μέσα
στο στόμα της για να σκάσει επιτέλους. Μου δάγκωσε τη γλώσσα και την ένιωθα που
μάτωσε. Είχε γεμίσει αίμα το στόμα της και το δικό μου. Άναψα. Της έβαλα δάχτυλο
αμέσως. Εκείνη τρελάθηκε. Έκανε σαν αφιονισμένη. Την φίλησα ξανά και αυτή τη
φορά με φίλησε κι εκείνη πίσω. Άρχισα να δουλεύω δάχτυλο περιστροφικό και
καρφωτό. Γινόταν γλέντι. Ήταν υγρή σαν πισίνα. Τρομερό. Είχα καβλώσει κι εγώ. Τον
πεταξα έξω και είπα ότι γίνει θα γίνει τώρα, ή θα μου τον κόψει ή θα γαμηθούμε
σαν σκυλιά κάτω στα μάρμαρα με το Σούλη να παίρνει μάτι και να ξερνάει τα άντερα
του. Εκείνη φυσικά μου τον άρπαξε και τον έβαλε μέσα της. Άρχισα να αισθάνομαι
γαμώ. Ήταν στενή. Δούλεψα βιδωτό και καρφωτό. Καμιά τριανταριά φορές από μπροστά
και μετά τη γύρισα πίσω. Της τον ξαναέχωσα και εκείνη φώναζε:
«Τα αγάλματαααααα, μηηηηη, μηηηηηηη, όχιιιιιι,
μηηηηηηη, ναιιιιιιι, όχιιιιι, ναιιιιιι!».
Δεν ήξερα τι να σκεφτώ. Συνέχιζα το μέσα έξω
μέχρι που έχυσα μέσα της. Εκείνη τη στιγμή ο Σούλης ήρθε από πίσω μου και πήγε
να μου τη χώσει. Ήταν ξεβράκωτος κι εκείνος και είχε μία τεράστια πούτσα αλόγου.
Έκανα προσποίηση αλά Βαζέχα και την γλίτωσα. Του έριξα μία πολύ δυνατή άπερκατ
και τον βρήκα στα σαγόνια. Έπεσε σαν ξύλο κάτω. Από τη λύσσα μου πήρα ένα σπασμένο
χέρι από ένα άγαλμα και άρχισα να τον κοπανάω με δύναμη στο κεφάλι. Του έλιωσα
το κρανίο. Τα μυαλά του χυθήκανε στο μάρμαρο και μύριζε παντού σπέρμα και θάνατος
και αίμα και ιδρώτας.
«Τι έκανες;;» είπε η γυναίκα από πίσω μου.
«Του γάμησα τα πρέκια» είπα εγώ. Είχα ξενερώσει.
Έπρεπε να τη σκοτώσω και αυτήν. Θα με δένανε αλλιώς. Έκανα κίνηση να τη χτυπήσω.
«Μηηηηη! Σε παρακαλώ! Χέστηκα για το μαλάκα
το Σούλη, ας τον θάψουμε κάπου στον κήπο. Δεν με νοιάζει» είπε εκείνη
ξεμαλλιασμένη αλλά όμορφη σαν την αυγή.
«Μα καλά δεν είναι κανείς άλλος εδώ πέρα;»
είπα απορρημένος.
«Έτυχε και λοίπουν όλοι, πάμε να τον θάψουμε»
είπε εκείνη.
Σύραμε το χοντρό πτώμα του Σούλη μέχρι τον
κήπο. Μου έδειξε που υπήρχαν σύνεργα για σκάψιμο. Πήρα ένα φτυάρι και άρχισα να
σκάβω. Ξεκωλώθηκα, έσκαβα δύο ώρες σχεδόν. Τα ρούχα μου είχαν γίνει σκατά. Πετάξαμε
μέσα τον Σούλη και το πτώμα έκανε ένα υπόκωφο ΓΚΝΤΟΥΠ κόντρα στο χώμα. Εκείνη μου
έφερε λίγο νερό. Έκλαιγε. Δεν ήξερα τι να κάνω, έπρεπε να την σκοτώσω αλλά τη
λυπόμουνα γιατί ήταν ωραίο μωρό.
«Κοίτα, δεν θα σε πειράξω αλλά έτσι και με δώσεις
στους μπάτσους, να ξέρεις θα έρθει μία μέρα που θα σου κόψω το λαρύγγι όσα χρόνια
και να περάσουν» είπα όσο πιο πειστικά μπορούσα.
«Ναι, δεν θα πω τίποτα, μην ανησυχείς» είπε
εκείνη και χώθηκε στην αγκαλιά μου.
«Γιατί τόση πρεμούρα για τα αγάλματα;» την
ρώτησα στο άσχετο.
«Δεν ξέρω, έτσι μου βγήκε, δεν ήξερα τι να
πω» είπε εκείνη. Εκείνη άρχισε να μου κάνει πίπα για να μου φύγει η ένταση του
θαψίματος, όπως υποστήριξε. Όταν τελειώσαμε της είπα αντίο και της έκανα την κίνηση
πως της κόβω το λαιμό και μετά το σήμα της σιωπής με το δάχτυλο στο στόμα μου. Εκείνη
κούνησε συγκαταβατικά το κεφάλι.
Πήρα το κωλοκτέλ και γύρισα σπίτι. Είχα σκοτώσει
έναν άνθρωπο. Δεν αισθανόμουν τίποτα. Δεν με ένοιαζε και πολύ φαίνεται. Πάντως
η πουστάρα ο Σούλης την είχε τεράστια. Πάει τώρα όμως, θα του τη φάνε τα σκουλίκια.
Χαμογέλασα. Πιθανότατα κάτι δεν πήγαινε καθόλου καλά με την πάρτη μου. Δεν έδωσα
σημασία στις ηλίθιες και καταθλιπτικές μου σκέψεις και άρχισα να χαζεύω έξω.
Ακόμα περιμένω τους μπάτσους να μου σπάσουν
την πόρτα. Έχει περάσει ένας μήνας και τίποτα ακόμη. Σκέφτομαι να της τηλεφωνήσω
για να δω τι κάνει. Μου έλειψε. Θέλω να τη ρωτήσω γιατί δεν με έδωσε. Μου φαίνεται
παράξενο. Ίσως κι εκείνη να είναι τρελή σαν και μένα, για δέσιμο και οι δύο. Μια
χαρά. Έπιασα το τηλέφωνο και σχημάτισα τον αριθμό του ξενοδοχείου.
3.3.13
C//L//M
First Listen: Chelsea Light Moving, 'Chelsea Light Moving'
Chelsea Light Moving’s debut album is out this Tuesday. Stream it over at NPR .
Thurston Moore responded to the comments section of Brooklyn Vegan to confirm that his NEW ROCK BAND would indeed (as promised in their bio) “detonate any birthday party, wedding or hullabaloo in any country, planet or stratosphere that doesn’t support right wing extremist NRA sucking bozo-ology.”
Last weekend in Haydenville, MA, the Chelseas did just that, playing a a handsome left-winger named Trevor’s birthday party. This is the evidence:
“Empires Of Time”:
“Alighted”:
“Lip”:
.MATADOR.RECORDS.
.BLOG.
.FB.
2.3.13
![]() |
| φωτό: Ron Jeremy |
Η ζωή μας μια τσόντα
Το μόνο που ήθελε ήταν να έχει μία σταθερή
δουλειά, αξιοπρεπής, που να μπορεί να την κάνει και να μην καταριέται την ώρα
και την στιγμή που επέλεξε να την κάνει.
Φυσικά αυτό είναι σχεδόν αδύνατον στην
εποχή που ζούμε.
Δεν γίνεται να διαλέγεις τις δουλειές. Οι
δουλειές σε διαλέγουν, θέλεις δεν θέλεις. Στην ουσία δεν είχες ποτέ επιλογή. Είσαι
ένα ζόμπι της δουλειάς.
Ο Σπιντόλας ήτανε ένα τέτοιο ζόμπι.
Σπιντόλα τον φωνάζανε οι φίλοι του και οι γνωστοί του. Νομίζω ακόμα και η
οικογένεια του Σπιντόλα τον φώναζε. Όλοι είχανε ξεχάσει πως τον λένε στην
πραγματικότητα. Παίζει να είχει ξεχάσει και ο ίδιος.
Ο Σπιντόλας ήτανε μεροκαματιάρης. Είχε
σπουδάσει εκεί πέρα σε ένα πανεπιστήμιο κάποτε, πριν από εκατό χρόνια να πούμε,
αλλά ποτέ δεν του είχε χρησιμεύσει το γαμήδι το πτυχίο πουθενά. Είχε σπουδάσει
λέει κάτι με αντοχή υλικών, επιστήμη υλικών, μία τέτοια πίπα, ούτε και ο ίδιος
θυμόταν να σου πει τον τίτλο.
Είχε κάτι λεφτά στην άκρη. Γύρω στα τρία
χιλιάρικα. Ο Σπιντόλας είχε ένα φίλο, πολύ κολλητό φίλο, το Μίλτο, ο οποίος
ήτανε σκηνοθέτης και ήτανε και πολύ μουρλός με τις ταινίες γενικά κι έτσι. Τον
έψηνε λοιπόν ο Μίλτος να του δώσει ο Σπιντόλας τα λεφτά του και να γυρίσουνε
μία τσόντα για για βγάλουνε λεφτά. Ο Μίλτος είχε κοννέ με κάτι Τσέχες που
είχανε έρθει από το καλοκαίρι και είχανε ξεμείνει στο Ηράκλειο και οι Τσέχες
ψηνόντουσαν να παίξουν στην τσόντα ανοιχτά με την προοπτική να πληρωθούνε αδρά.
Τέλος πάντων, με τα πολλά, ο Μίλτος τον
έψησε να πούμε το Σπιντολάκο και αρχίσανε να κάνουνε τις προετοιμασίες για την
ταινία, το ερωτικό φλικ, όπως την
έλεγε ο Μίλτος.
«Μαλάκα Σπίντ, θα την πουλήσω εγώ μετά στη Sirina ρε και θα βγάλουμε
καλό μεροκάματο, μπορεί να μας βγει και κανά δεκάρικο ο καθένας, δηλαδή καλά
φράγκα» έλεγε ο Μίλτος που ήθελε ο κακομοίρης κι αυτός να ξελασπώσει γιατί
χρώσταγε από κάτι άλλα πρότζεκτ του που είχανε πατώσει και είχε πάρει και
δάνειο από την τράπεζα και ήτανε στο αμήν και στο τσακ να πάει να φουντάρει από
το Κούλε.
«Ρε συ Μίλτο, νταξ ωραία όλα, όλα καλά,
αλλά εγώ ρε μαλάκα δεν κάνω για το ρόλο ρε, δεν έχω, πως το λένε, τα προσόντα
ρε παιδί μου, ξέρεις» έλεγε ο Σπιντόλας.
«Υπάρχουνε τρόποι ρε συ, για το πουλί σου
ρε θα το κανονίσουμε ρε, ξέρω ένα ειδικό που κάνει θαύματα, είχε κάνει δουλειά
και στον Ron Jeremy
ρε σου λέω, ο προσωπικός του γιατρός
να πούμε ήτανε» είπε ο Μίλτος γεμάτος περηφάνεια.
«Ναι ρε μαλάκα αλλά με φοβίζει λίγο ρε,
δηλαδή να μου τρομπάρουνε το πουλί μου ρε;» είπε ο Σπιντόλας.
«Δεν είναι μόνιμο, μετά από λίγες ώρα
επανέρχεται ρε» είπε ο Μίλτος.
Η μεγάλη μέρα ήρθε που όλα ήταν έτοιμα για
το γύρισμα.
«Πως θα τη λέμε την ταινία;» είπε ο
Σπιντόλας.
«Οι Ερωτικές Περιπέτειες Ενός Λούμπεν» είπε
ο Μίλτος και άναψε ένα πούρο γελώντας.
«Καλά ρε μαλάκα με κόβεις εμένα για
λουμπενιάρη;» είπε ειρωνικά ο Σπιντόλας και γελάσανε σαν ύαινες.
Οι Τσέχες ήταν έτοιμες. Τη μία την λέγανε
Γιάννα και την άλλη Λιούμπα. Ήτανε και οι δύο μουνάρες με τα όλα τους. Το
καλοκαίρι δουλεύανε σαν rep
σε κάτι ξενοδοχεία στη Χερσόνησο. Καλές κοπέλες και ξηγημένες πάνω απ’ όλα.
Το μόνο πρόβλημα ήτανε ο χώρος. Ο Μίλτος
επέμενε πως ο χώρος έπρεπε να είναι πολύ παρακμιακός και λούμπεν. Μετά από πολλά
συμβούλια αποφασίστηκε πως το εσωτερικό γύρισμα θα γινόταν στην Κατάληψη του
ΠΙΚΠΑ δίπλα από το ξενοδοχείο Ατλαντίς πίσω από την Αστόρια. Οι οργανωμένοι
αναρχικοί που είχαν την κατάληψη συμφώνησαν να γίνει εκεί το γύρισμα αρκεί μόνο
να μην υπάρχει τίποτα το πολιτικό στην ταινία και να μην φαίνεται το όνομα της
κατάληψης πουθενά. Ο Μίλτος τους έδωσε και 500 ευρώ και έτσι την έβγαλε και
φτηνά σχετικά.
Ο Σπιντόλα θα συνπρωταγωνιστούσε μαζί με
έναν Αλβανό τον Φρέντυ που όλοι τον φωνάζανε και Ατελείωτο γιατί το πέος του
ήτανε τεράστιο αλλά ο τύπος ήτανε τρομερή ψυχούλα και καλός στη δουλειά του.
Ένα ωραίο πρωί λοιπόν ο Σπιντόλας, ο Φρέντυ
ο Ατελείωτος, τα κορίτσια Γιάννα και Λιούμπα μαζί με το σκηνοθέτη-παραγωγό
Μίλτο και δυο άλλους παρατρεχάμενους που ήτανε για τα φώτα και το χαμαλήκι,
ξεκινήσανε να πάνε στην Κατάληψη του ΠΙΚΠΑ για να αρχίσουν τα γυρίσματα της
τσόντας που θα τους ξελάσπωνε (υποτίθεται) όλους.
Όλα ήτανε έτοιμα μέσα στο χώρο του ΠΙΚΠΑ,
κρεβάτι, σκηνικά, φώτα, κάμερα, μικρόφωνο κλπ.
Ο ειδικός γιατρός για την μεγένθυση πέους του Σπιντόλα ήτανε ένας τύπος με
μακρύ μούσι και μαλλί που έμοιαζε με Ινδό γκουρού. Ο τύπος αυτός κρατούσε ένα
χαρτοφύλακα και μέσα είχε κάτι χάπια και ένα μαραφέτι που έμοιαζε με τρόμπα.
Τα κορίτσια έκαναν ζέσταμα γλύφωντας η μία
την άλλη στο μεγάλο κρεβάτι. Δεν υπήρχε και πολύ στόρυ στη τσόντα. Απλά σε μία
φάση έμπαιναν μέσα ο Σπιντόλας με τον Φρέντυ τον Ατελείωτο και γινόταν της
γαμιόλας, όπως γίνεται στα περισσότερα πορνό.
Ο Φρέντυ ο Ατελείωτος έπινε φραπέ και
κάπνιζε σε μία γωνία με το σώβρακο.
Ο Μίλτος τραβούσε τα κορίτσια που έκαναν
λεσβιακό με την κάμερα και οι παρατρεχάμενοι κρατούσαν το μικρόφωνο και τα
φώτα.
«Με λένε Κούκι και είμαι αυτός που θα σε
βοηθήσει να μεγαλώσεις το πέος σου» είπε ο τύπος με το μούσι, ο και καλά
γιατρός που είχε κουράρει και τον διάσημο Ron Jeremy. Το στόμα του βρωμούσε σκόρδο και τα δόντια του έμοιαζαν
να μην έχουν πλυθεί ποτέ.
«Έλα να σου πω Κούκι, δεν θέλω να πάθω
καμιά ζημιά μαλάκα ε, καμιά ελεφαντίαση να πούμε να κάθομαι πάνω στ’ αρχίδια
μου ε;» είπε ο Σπιντόλας.
«Όχι κύριε Σπιντόλα, μην ανησυχείτε, όλα θα
πάνε καλά, θα σας δώσω και ένα μπλε χαπάκι για να είστε και πιο άνετος με τα
κορίτσια» είπε ο Κούκι και έκλεισε το μάτι στον Σπιντόλα.
«Έλα να σου πω Κούκι, δεν γουστάρω φάρμακα
και μαλακίες έτσι, εγώ είμαι ντούρος ρε συ και χωρίς χαπάκια να πούμε χαλαρά»
είπε ο Σπιντόλας.
Ο Μίλτος το συζήτησε μυστικά με τον Κούκι
γιατί είχε ακούσει την κουβέντα τους και αποφάσισαν πως θα του έβαζαν στα κρυφά
χαπάκι διαλυμένο στο νερό και ότι γινόταν. Δεν ήταν σίγουροι πως θα πιάσει. Ο
Μίλτος φοβόταν για την παραγωγή, μην πάει και δεν καβλώσει ο Σπιντόλας και πάνε
όλα χαμένα, δηλαδή η μισή ταινία, μιας και στην άλλη μισή ήτανε ο Φρέντυ ο
Ατελείωτος που έπαιρνε απ’ όλα, βιάγκρα, ψευδοφαινόλες, μαριντάν, ντουμπλικόρ,
κοκαϊνη και ότι άλλο γουστάρεις. Δεν
καταλάβαινε τίποτα ο Αλβανός. Όλα για το μεροκάματο, έτσι έλεγε.
Ο Κούκι του έδειξε πως να τρομπάρει το πέος
του ο Σπιντόλας. Πήγε στην τουαλέτα και το τρόμπαρε για κανά μισάωρο μέχρι να
γυρίσει τη δική του σκηνή ο Φρέντυ με τη Λιούμπα. Μετά είχε σειρά ο Σπιντόλας
με τη Γιάννα και μετά θα κάνανε παρτούζα όλοι μαζί και κάπου εκεί θα τελείωνε
το πράγμα. Δηλαδή σύνολο θα είχαμε τρία
χυσήματα, όπως έλεγε και ο Μίλτος ο ειδικός ο σκηνοθέτης, μόνο που το
τελευταίο θα ήτανε και μαζικό και θα γινόταν της μουρλής. Είχανε προμηθευτεί
και ειδικές κρέμες που μοιάζανε για σπέρμα έτσι ώστε όταν κάνανε cut να φαινότανε πως ο Φρέντυ ο Ατελείωτος και ο Σπιντόλας χύνανε τεράστιες ποσότητες σπέρματος παντού
με τους κουβάδες.
Ήταν καλή παραγωγή, όχι μαλακίες.
Ο Σπιντόλας βγήκε από την τουαλέτα και το
πέος του έμοιαζε με ένα μικρό μπλε χέρι ανάμεσα από τα πόδια του. Ήταν
τεράστιο. Ο Σπιντόλας έκλαιγε και σάλια έτρεχαν από το στόμα του.
«Τι έπαθες ρε μαλάκα;» ρώτησε ο Μίλτος.
«Θα σας γαμήσω ρε μουνιά, κοίτα πως έγινε
ρε!» είπε ο Σπιντόλας και κοίταξε το πέος του με αηδία.
Έμοιαζε να είναι τουμπανιασμένο και μπλε
μαρέν.
«Μην ανυσηχείς, έτσι γίνεται με την τρόμπα»
είπε ο Κούκι κάπως αβέβαιος.
Ο Σπιντόλας ήτανε απαρηγόρητος. Άρχισε να
χτυπάει τον Κούκι με το τεράστιο μπλε εργαλείο του στα πλευρά. Ο Κούκι έπεσε
κάτω και καλύψε το κεφάλι του. Γινόταν της πουτάνας το κάγκελο. Η κάμερα έπεσε
και έσπασε. Ο Φρέντυ ο Ατελείωτος άφησε την σκηνή με την Λιούμπα και πήγε να
χωρίσει τον Μίλτο που έπαιζε μπουνιές με τον Σπιντόλα και την τεράστια ψωλή
του. Τα κορίτσια στρίγγλιζαν από αγωνία γιατί δεν ήξεραν τι άλλο να κάνουν. Οι
δύο παρατρεχάμενοι είχαν μπει κι εκείνοι στον καυγά και προσπαθούσαν να
χωρίσουν τον Φρέντυ τον Ατελείωτο που τώρα έπαιζε μπουνιές με τον Μίλτο.
Κάπου εκεί ήταν που μπήκαν μέσα οι μπάτσοι
και σπάσανε την πόρτα του ΠΙΚΠΑ.
Έγινε χαμός στην κυριολεξία.
Ο Σπιντόλας έτρεχε πανικόβλητος με την
τεράστια μπλε ψωλή του, οι ματατζήδες τον χτυπούσαν παντού με τα γκλοπ, ο
Μίλτος πετούσε στους μπάτσους την κάμερα, τα φώτα και το μικρόφωνο και πήγε να
πηδήξει από ένα παράθυρο για να γλιτώσει αλλά τελικά τον μπαγλαρώσανε απέξω
κάτι ασφαλίτες, τα κορίτσια τρέχανε πάνω κάτω και προσπαθούσαν να μαζέψουν τα
βυζιά τους και τα ουρλιαχτά τους, οι παρατρεχάμενοι είχαν σηκώσει ψηλά τα χέρια
και είχαν παραδοθεί, ο Κούκι έκλαιγε στο πάτωμα και τις έτρωγε από έναν χοντρό
ματατζή γιατί ο ματατζής ήταν εντελώς ηλίθιος και νόμιζε πως ο Κούκι, μιας και
είχε μαλλιά και μούσια, ήτανε ο
εγκέφαλος της κατάληψης.
Τελικά ο μόνος που κατάφερε και γλίτωσε από
αυτό το μακελειό ήτανε ο Φρέντυ ο Ατελείωτος. Ο κωλόφαρδος την είχε γλiτώσει
γιατί είχε αρπάξει τον κουβά με το ψεύτικο σπέρμα και το είχε πετάξει στα
μούτρα του ματατζή που τον κυνηγούσε. Ο μπάτσος τυφλώθηκε αμέσως από το σαν
γιαούρτι ψεύτικο σπέρμα και ο Φρέντυ ο Ατελείωτος την έκανε μουλωχτά από την
πίσω πόρτα σαν κύριος. Βέβαια ήταν γυμνός αλλά αυτά ήτανε λεπτομέρειες για την
περίπτωση του. Απλά άρχισε να τρέχει σαν μανιακός στο δρόμο.
Απ’ ότι καταλαβαίνετε κι εσείς, η ταινία
δεν έγινε ποτέ και ο Σπιντόλας βρέθηκε στα κρατητήρια μαζί με το Μίλτο, τα
κορίτσια και τους δύο μαλάκες τους παρατρεχάμενους. Ο ένας από αυτούς είχε μέσον
στην αστυνομία και τον αφήσανε. Οι υπόλοιποι κλαίγανε τη μοίρα τους όλη μέρα
μέσα στο κελί μαζί με άλλους δέκα ποινικούς.
Τελικά δεν τους απαγγέλθηκαν κατηγορίες και
τους άφησαν ελεύθερους λόγω έλλειψης στοιχείων. Φυσικά η κατάληψη του ΠΙΚΠΑ
έκλεισε και οι αναρχικοί δεν ξαναπάτησαν εκεί μέσα. Η επίσημη ανακοίνωση της
αστυνομίας έλεγε πως το κτίριο προοριζόταν να γίνει κάτι σαν πολιτιστικό κέντρο
νεολαίας του Δήμου. Πούτσες. Μέχρι σήμερα που μιλάμε, και έχουνε περάσει από
τότε τρία χρόνια, δεν έχει γίνει τίποτα. Απλά το έχουνε σφραγισμένο και το
τρώει η μαρμάγκα.
Ο Σπιντόλας ανακάστηκε να ξαναγυρίσει πίσω
στο εργοστάσιο ελαιολάδου όπου και δούλευε πιο παλιά. Οι οικονομίες του είχανε
κάνει φτερά. Ο Μίλτος την έκανε για εξωτερικό με κάτι ψηλά που είχανε μείνει
από τα λεφτά του Σπιντόλα μαζί με τις Τσέχες. Ο Φρέντυ ο Ατελείωτος δουλεύει
οικοδομή και κάνει τον ηλεκτρολόγο όποτε παίζει δουλειά. Οι παρατρεχάμενοι δεν
ξέρω τι απογίνανε.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

