31.12.12



θερμοσίφωνο (ας)

ξυπνάει και είναι νύχτα και οι σκύλοι έχουνε ξαπλώσει κάθετα στο κρεβάτι.
ακούει atom TM και σχεδιάζει κάτι με το κόρελ.
αρχίζει να μασάει σέλινο και τρώει τζίνσενγκ
μεγάλο λάθος μιας και το γκινσενγκ σε κάνει χόρνι.
κάνει τρελίτσες με τον εαυτό του.
ανοίγει τουμπλρ, φέισμπουκ, τουίτερ, κοιτάει παπούτσια και αποφασίζει να μην πάρει παπούτσια.
τραγουδάει το παπάκι πάει στη ποταμιά καθώς πλένει δόντια για 2η φορά
κομάτια σέλινου κολάνε στο νιπτήρα
τα ξύνει με το νύχι και φεύγουν
κοιμάται στις 6 και μισή χωρίς να λούσει τα μαλλιά του
είχε ανάψει και το θερμοσίφωνο (α).

26.12.12






το να πλένεις τα δόντια σου είναι ένα καλό και αξιοπρεπές πράγμα





    Ο Κωστής στην αρχή ήτανε νυσταγμένος και μετά προσπάθησε να αυνανιστεί αλλά δεν είχε στύση. Σκέφτηκε για τα ρεμίξ γενικά αλλά δεν είχε κάποια συναισθήματα για τα ρεμίξ γενικά. Ο Κωστής κοίταξε τον ουρανό και ο ουρανός ήταν μαύρος. Δεν είχε σκοπό να κάνει τίποτα εκτός του να κοιτάει την οθόνη του υπολογιστή για άλλα πέντε λεπτά.

Κάπνισε λίγο χόρτο. Έκανε μερικές σκέψεις για το γάμο. Ο Κωστής ήταν 33. Δεν είχε κάποιο ρομαντικό συναίσθημα για κάποιον συγκεκριμένα. Άνοιξε το Word στον υπολογιστή του και άρχισε να πληκτρολογεί κάποια πράγματα για το γάμο. Μέτρησε τις λέξεις που είχε γράψει. Είπε φωναχτά τις  λέξεις που είχε γράψει. Δεν αισθανόταν τίποτα.

Σκέφτηκε λίγο την καινούρια του νουβέλα και το γεγονός πως έπρεπε να διορθώσει κάτι πράγματα εκεί μέσα. Μετά σκέφτηκε τον τραπεζικό του λογαριασμό. Μετά σκέφτηκε νούμερα για λίγη ώρα.

Άκουσε μουσική που ήταν από μία δημοφιλής ταινία.

Σταμάτησε να ακούει εκείνη τη μουσική.

Το κινητό του Κωστή χτύπησε και ήταν η Αναστασία. Μία φίλη που είχε γνωρίσει σε ένα σεμινάριο μαγειρικής. Είπαν κάποια πράγματα για το μίσος, το γάμο και τα παιδιά. Ο Κωστής της είπε κάποια επιπλέον πράγματα. Η Αναστασία είπε πως αισθανόταν μόνη. Εκείνος γέλασε γιατί σκέφτηκε "σαν το λεμόνι" αλλά δεν της το είπε γιατί νόμιζε πως θα ήταν απρεπές. Ο Κωστής της είπε να έρθει από το σπίτι του και να παίξουν playstation. Η Αναστασία είπε ΟΚ και έκλεισαν.

Ο Κωστής προσπαθούσε να μην σκέφτεται τον αυνανισμό. Προσπαθούσε να μην σκέφτεται την Αναστασία χωρίς ρούχα. Έκανε ένα παγωμένο ντουζ και έπλυνε τα δόντια του. Μετά ξαναέπλυνε τα δόντια του. Το να πλένεις τα δόντια σου ήταν κάτι το καλό και το αξιοπρεπές, σκέφτηκε και χαμογέλασε στον καθρέπτη του μπάνιου.

Έγραψε κάτι στο μπλογκ του για το πως είναι να πλένεις τα δόντια σου με σπέρμα και γέλασε πολύ δυνατά. Δεν του άρεσε το ποστ. Το έκανε draft. Κοίταξε κάποια πράγματα στο YouTube και σκέφτηκε για το ποστ του που δεν του άρεσε.

Η Αναστασία ήρθε μετά από μία ώρα. Ήταν πολύ όμορφη. Στο στομάχι του Κωστή γινόταν κάτι το πολύ ωραίο όταν κοιτούσε το πρόσωπο της. Έπαιξαν playstation. Φιλήθηκαν λίγο και μετά ξάπλωσαν στο κρεβάτι του Κωστή και μετά η Αναστασία είπε κάτι για τον πρώην της και είπε πως δεν είναι σωστό και καλύτερα να έφευγε. Ο Κωστής της είπε πως δεν ήθελε να φύγει. Τα χέρια του ήταν παγωμένα όταν το έλεγε αυτό και τα έτριψε στους μηρούς του. 

Η Αναστασία μπήκε στο μπάνιο και μετά βγήκε από το μπάνιο και είπε κάτι για την περίοδο της και μετά έφυγε.

Ο Κωστής ξάπλωσε στο κρεβάτι και σκέφτηκε την Αναστασία και προσπάθησε να αυνανιστεί. Σκέφτηκε κάτι για καρότα, μπρόκολα και του ήρθε στο μυαλό η Πριγκίπισσα Μονονόκε. Τελικά αποκοιμήθηκε χωρίς να αυνανιστεί. Είδε ένα όνειρο με μία αρκούδα. Η αρκούδα τον έφαγε αλλά ο Κωστής ήταν φίλος με την αρκούδα και ζούσε μέσα στο στομάχι της για πολύ καιρό και ο Κωστής ήταν ευτυχισμένος εκεί μέσα. 

Μετά ξύπνησε στη μέση της νύχτας και έπλυνε τα δόντια του γιατί το είχε ξεχάσει να τα πλύνει για βράδυ. 




25.12.12



Είδα ένα παράξενο όνειρο χτες το βράδυ. Ήταν λέει ο Σατανάς και ο πατέρας του ο Θεός. Είχαν πιάσει την κουβέντα.
«Η βαρεμάρα σου σε καταπίνει παιδί μου», λέει ο πατέρας του Σατανά στον Σατανά.
«Τι σε νοιάζει εσένα; Εσύ και η πολύτιμη ζωή σου είστε σαν τσιμπούρι στο λαιμό μου», απαντάει ο Σατανάς.
«Είσαι θυμωμένος και χαζός χωρίς λόγο».
«Ααα σε ευχαριστώ πολύ πατέρα για τα καλά σου λόγια, μακάρι να ήμουν ότι εσύ είχες ονειρευτεί για μένα, αλλά...».
«Μην ειρωνεύεσαι παιδί μου, κοίτα τον αδερφό σου τον Ιησού πόσο καλό παιδί είναι».
«Μπορώ να γίνω και κυνικός αν θέλεις πατερούλη».
«Να μη γίνεις».
«Μπορώ να γίνω τα πάντα ξέρεις».
«Το ξέρω».
«Κοίτα, μπορώ να βγάλω το μάτι μου και να μην πάθω τίποτα»
«Παίζεις με τα μυαλά των ανθρώπων παλιοσκατό».
«Μην νευριάζεις πατέρα, συγνώμη».
«Υποσχέσου μου πως δεν θα εμπλακείς στις ζωές τους».
«Το υπόσχομαι μπαμπά».
«Παλιοψεύτη του κερατά».
«Πω έλα ρε φίλε τώρα μη μου τα πρίζεις».
«Είμαι ο πατέρας σου, πως μου μιλάς έτσι;»
«Εντάξει, πες μου τι θέλεις να κάνω για να σε πείσω πως δεν είμαι πλέον κακό παιδί».
«Κόψε το ψωλιό σου».
«Άντε και γαμήσου μωρή γέρικη κουράδα».
«Σε εξορίζω από τον κήπο μου ρεμάλι, παλιοαλήτη, πουσταρά. Δεν είσαι πια γιος μου».
«Δεν δίνω μήτε κώλο νεκρού ποντικιού για το κηπουλάκι σου, χέστηκα για το κωλοπεριβόλι σου ρε».
«Υποσχέσου μου όμως πως θα έρχεσαι να με βλέπεις που και που ε;»
«Καλά θα έρχομαι».
«Σε αγαπάω γιε μου».
«Και γω σ’ αγαπάω μπαμπά».



17.12.12

Hysterical Literature

You’ll want to be on headphones for this one.

Hysterical Literature: Session One: Stoya.

Stoya visits the studio and reads from Necrophilia Variations by Supervert.

Photographer Clayton Cubitt has begun a video series called "Hysterical Literature" in which he films women reading from a book while something happens out of sight beneath the table at which they're seated. For the first installment, the divine Stoya chose to read an excerpt from Necrophilia Variations while she was being masturbated by a conspicuously effective Hitachi vibrator.

Death and consciousness — these are at the heart of Necrophilia Variations. Cubitt's aesthetic and Stoya's performance are what make "Hysterical Literature" stand on its own as video art, but what thrills the silent partner in the ménage is to see how their experiment extends the spirit of the book. They take an impulse from the text, translate it into another medium, and beam it into the world anew. Bravo.

In filming this experiment, Cubitt makes an important aesthetic choice. He shows neither the vibrator nor the accomplice operating it, though a slight buzzing sound is audible underneath Stoya's voice. This positions the video in opposition to pornography, where the sex act always occupies center stage, and aligns it with an artistic tradition which recognizes that withholding can be a powerful way of conveying information. You see this in Andy Warhol's film Blow Job, in which the camera registers the transient emotions on a young man's face as he is fellated by an off-screen partner. Similarly, by withholding the Hitachi and the female using it to destroy Stoya's composure, Cubitt channels that there-but-not-there sexuality into the things which he does permit you to perceive: the crescendo of sensation building on Stoya's face; the movement of her hands, which are imbued with an eroticism they would be denied if the frame included the diverting sight of genitalia; the transformation of her voice, which begins in narration and ends in gasping.



Some words from Stoya :

I’ve never understood vibrators. I’ve gone on record numerous times saying various versions of “I dislike them all except for Lelo’s Nea which I really only appreciate aesthetically.” I think it’s the buzzing that bothers me. I’ve posed for plenty of photospreads with toys, but I’ve always seen them as a poor substitute for a person and I’ve never had an orgasm from one. Less than a month ago I was on a panel at Exxxotica with some of the adult industry’s most successful female performers. Someone in the audience asked what our favorite vibrator was, and every single one of the other women shouted “Hitachi” in unison. That night I received an email from Clayton asking if I’d be interested in his new project.

He’s filming women sitting at a table reading literature. The twist is the things going on below the table. I like these sorts of things… This Empty Love was the first video work I enjoyed doing, making hardcore work with Digital Playground an interesting option later. I think the interesting parts of sex are in the hints of what can’t be seen. Penetrative sex, after all, is an exploration of something dark, moist, and cavelike.

I’ve chosen a section of Supervert’s “Necrophilia Variations.” I’m fascinated by Supervert and their (his?) body of work. I went with the Necrophilia themed volume because I’m currently in an oddly non-morbid obsession with something triangulated by the way an orgasm affects brain chemistry, the reasons behind the french nickname of la petite mort, and why my mind goes completely blank when I’m at the height of a sexual experience. There’s something in there, death and sex, maybe change or growth, and I’ve been focused on it since shortly before I posted “Touch.” Sometimes I can brush this concept with my fingertips, but I can’t grab hold and inspect it yet. The only way to understand is to wallow in anything that might hold a clue until it all clicks together (or am distracted by something shiny… but it would have to be *really* shiny.) Tl;dr: That’s the book that felt right.

I’ve been told to dress as I would for a date with a man, not a boy. I’m wearing a dress from Vivienne Westwood’s Anglomania collection last year. The cut limits the range of motion of my arms, but ideally I wouldn’t need to open my own doors or feel the desire to talk on my phone while on a date with a man. My makeup is simple, my heels very high but relatively practical, and my panties are both sophisticated and expensive. Also, damp in the gusset. Sexually speaking I really enjoy things that I can’t predict and things that are new to me. This attempting-to-read-aloud-and-maintain-composure while being sexually stimulated game is new. The video camera adds a dash of exhibitionism which I always appreciate. Most interesting, though, is the Hitachi that my vagina is about to be making very good friends with for the first time.

When I tell Clayton’s lovely assistant for the evening that I’ve never experienced the Hitachi, her eyes light up. I’ve obviously gotten myself into the most fun kind of trouble. Lights get set and everyone assumes their positions. My underwear lays on the floor out of frame. As I start reading, my disbelief is suspended. I forget what is about to happen. The first touch on my thigh sends all available blood to my vulva. I continue to enunciate properly, focusing on the text. I’ve broken a sweat. If this goes on for much longer my hair will be plastered to my head with perspiration as though I’ve been working out or engaging in acrobatic man/woman penetrative fucking. I stumble over a word, my concentration breaks as I go back to pronounce it correctly. Neither the Hitachi or the woman wielding it will be denied, but in the interests of art (and because this feels so beautifully filthy I don’t want it to stop yet) I hold out as long as I can. This section of the world that I’m inhabiting slows down, zooms in. Like a stretched rubber band it suddenly contracts, and I am lovingly punched with an orgasm.

Photobucket

.........I giggle-pant, hands on the table. Once enough pieces of my mind have come back I deliver the closing line.

source  1  ,  2  ,  3

14.12.12


ΚΑΤΕΡΙΝΑ!!!

"Μαλάκες πρέπει να γνωρίσω τη Δέσποινα."
Η βελόνα είχε κολλήσει για τα καλά.Ο Γιωργάκης σε κάθε δεύτερη πρόταση έλεγε και το όνομα Δέσποινα,έτσι για να μας σπάει τ'αρχίδια.
Η Δέσποινα είναι ένα κορίτσι ωραίο σαν μπαλαρίνα.Όταν χαμογελάει χαμογελάς και 'συ μαζί της.Δεν γίνεται αλλιώς.Ο Γιωργάκης την βλέπει που περνάει απο τη δουλειά του με το ποδηλατό της για να πάει σπίτι της.
Μιά φορά την είδε σε μια πορεία.Ήταν αντιφασιστική και είχε πολύ κόσμο.Ο Γιωργάκης είχε πάει με τον Στελάκη που δεν γουστάρει πορείες γενικά γιατι του δημιουργούν κατάθληψη λέει.
Σ'ένα σημείο της πορείας,έξω απο το κτήριο που παλιότερα στεγαζόταν τα γραφεία ενός κόματος ακροδεξιάς ιδεολογίας κι ενώ ο κόσμος φώναζε με οργή "φασίστες κουφάλες έρχονται κρεμάλες" η Δέσποινα βρέθηκε δίπλα στον Γιωργάκη.
Ο κόσμος δίπλα του έδινε αγώνα και αυτός πάθαινε έρωτα.
Εκείνο το βράδυ ήταν πραγματικά κουραστικός."'Έπρεπε να της μιλούσα ρε μαλάκες",έλεγε.
"Εντάξει έπρεπε.Σκάσε τωρα."Του απαντούσε ο Γιαννάκης ο απότομος.
"Τι να της πείς εκείνη την ώρα ρε,θα σε περνούσε για φασίστα."Είπε ο Στελάκης ο καλαμπουρτζής.Ο Γιωργάκης ήτανε να σκάσει απο το κακό του.

Οι μέρες περνούσαν και ο Γιωργάκης δεν είχε δει τη Δέσποινα,πράγμα που μας βόλευε εμάς γιατί είχαμε βρεί λίγο την ησυχία μας,αλλά εκείνος έδειχνε να μην απολαμβάνει και πολυ την αδέσποινη καθημερινοτητά του.
"Βρές καμμιά γκόμενα που να ξέρεις ρε μαλάκα και παρατησέ μας ήσυχους" Του πέταξε ο Γιαννάκης σε ανυποψίαστο χρόνο καθώς δεν είχε αναφερθεί κάτι σχετικό.Ο Γιωργάκης δεν απάντησε κάτι.Νομίζω χαμογέλασε μαστουρωμένα ή κάτι τέτοιο.
Ο Στελάκης πρότεινε να πάμε σε μια πανκ συναυλία στο Τει.Φάνηκε σε όλους μας πολύ καλη ιδέα και ξεκινήσαμε για εκεί.
Φτάσαμε κατα τις 12 και το συγκρότημα ήταν κάπου στη μέση του προγραματός.Ήταν εκεί και η Δέσποινα.Ο Γιωργάκης την αντιλήφθηκε σε δευτερόλεπτα.Βρήκε τον τρόπο και στάθηκε δίπλα της.Ένιωθε περίεργα αλλά ήταν η ευκαιρία του και δεν ήθελε να πάει χαμένη.-Εσύ είσαι η Δέσποινα;Ρώτησε ο Γιωργάκης
-Όχι Κατερίνα με λένε.Εσένα;
-Γιωργάκη,σε βλέπω που περνάς με το ποδήλατο απο τη δουλειά.
-Μου το έκλεψαν το ποδήλατο.
-Μαλακία.
-Δουλεύω εκεί κοντα,στη κάβα.Γι'αυτό περνάω απο 'κει.
-Να σταματήσεις καμμιά φορά να σου δώσω κανένα ντι βι ντι.
-Δεν βλέπω ντι βι ντι.
-Μαλακία.

8.12.12





Επίσκεψη στο γιατρό




Όταν κοιμάται θα δει σίγουρα έναν εφιάλτη και ένα όνειρο σεξ με άγνωστη γυναίκα. Ταίζει την κατάθλιψη του με ύπνο. Κοιμάται και τα μεσημέρια κάθε μέρα. Τα περισσότερα πράγματα του φαίνονται αδιάφορα και αυτό τον στεναχωρεί. Δεν υπάρχει κεντρική θέρμανση στο σπίτι του αλλά αυτό είναι κάτι το δευτερεύον γιατί αισθάνεται σαν τον Bruce Lee δυνατός και ακόμα πιο γρήγορος. Όταν κοιτάει το ρολόι δεν βλέπει καλά τους δείκτες. Θα πάει στο γιατρό.


*

Ο γιατρός είναι ο Παπανδρέου, μοιάζει με τον Γιώργο Παπανδρέου πολύ και στη φωνή και στο πρόσωπο και στο σουλούπι. Του βάζει κάποια γυαλιά και τον ρωτάει κάποια νούμερα αν τα βλέπει. Χτυπάει το κινητό τηλέφωνο και ο γιατρός μιλάει με μία γυναίκα. Μια άλλη γυναίκα μπαίνει και έχει ύφος δουλοπρεπές, πολύ σπαστικό ύφος, και κάτι του λέει του γιατρού κι αυτός κάτι ψάχνει και της λέει ένα νούμερο με χαζή προφορά και καλά αγγλική. Ο γιατρός είναι καλός άνθρωπος.

*

Το ΙΚΑ είναι πολύ ωραίο και έχει μικρό πάρκινγκ. Βρίζει λίγο κάτι τυχαίους γέρους. Εύχεται να μπορούσε να τους κλέψει τη σύνταξη με μαγνητισμό. Ακούει Flying Lotus στο αυτοκίνητο. Κάποιος του τηλεφωνεί και είναι ο πατέρας του και του λέει να κάνει ένα μεροκάματο σε κάτι ελιές. Τα πάντα συνεχίζουν να είναι αδιάφορα και χωρίς πάθος, δεν υπάρχει κανένα πάθος πουθενά. Το πάθος είναι καλό. Δεν ξέρει. Μπορεί και να μην είναι καλό.

*

Ο ίδιος άνθρωπος που του είχε δώσει ένα διαφημιστικό φυλλάδιο του δίνει πάλι ένα διαφημιστικό φυλλάδιο για ΠΡΑΚΤΙΚΕΡ στο φανάρι. Δεν το παίρνει και το διαφημιστικό φυλλάδιο πέφτει κάτω στο δρόμο. Αρχίζει και λέει σε κάτι γριές απαίξω από ένα περίπτερο και μία στάση λεωφωρείου δυνατά με κατεβασμένο το τζάμι ΑΡΑΠΗΔΕΣ με δυνατή φωνή, γκαζώνει το αυτοκίνητο και φεύγει.

*

Ένα φορτηγό έχει τρακάρει με ένα άλλο αυτοκίνητο και έχουνε χυθεί κάτι άσπρα υγρά στο δρόμο σαν γάλατα. Διψάει. Φτάνει στο σπίτι και τρέχει και πίνει δύο ποτήρια νερό. Η μάνα του τον ρωτάει τι έπαθε. Δεν πήρα ψωμί της λέει. Βγάλτα ρούχα από το πλυντήριο του λέει η μάνα του.

7.12.12

Neurosis - At The Well





Η Βόλτα 



Άκουγε Κατερίνα Στανίση το "Σ' έχω κάνει θεό", το πλαστικό ηλεκτρονικό ρολόι έδειχνε 05:45 με κόκκινα γράμματα digital δίπλα από το μικρό άσπρο κομοδίνο που το είχε πάρει από το Zara Home και η μάνα του έλεγε να μην το πάρει και είχε το σομπάκι στα μισά γιατί κρύωνε. 

Σηκώθηκε από την καρέκλα που ήτανε μαύρη και γυριστή, από αυτές δηλαδή που έχουνε στα γραφεία  και κάθονται και έχουνε και μοχλουδάκι και τις κάνεις σαν κούνια και την είχε τρία χρόνια τώρα και δεν την άλλαζε με τίποτα στο κόσμο. 

Το πήρε απόφαση, έκλεισε το laptop και έβαλε το τζην μπουφάν το levi's πάνω από το φουτεράκι champion, κοτλέ παντελόνι γκρι καμπάνα και έβαλε τα adidas τα μαύρα και τις κάλτσες του στρατού και πήρε δυο μπισκοτάκια Spar του σκύλου να του δώσει να φάει κάτι το ζωντανό που περίμενε απαίξω και συνέχεια κουτουλούσε επίτηδες την πόρτα για να του δώσει σημασία το αφεντικό του.

*

Πήγανε μαζί με το σκύλο στο χωράφι κάτω από το σπίτι του γιατρού και μπροστά από το σπίτι που έμενε εκείνη η κοπέλα που την είχε δει μια φορά να οδηγάει το αμάξι της και τον κοίταξε, μια ομορφούλα ήτανε.

Δεν υπήρχε ψυχή γεννημένη τριγύρω, μήτε πουλάκια δεν κελαϋδάγανε ακόμα καλά καλά.


Κρατούσε το βαρύ ξύλο μαζί του που το είχε κόψει από μία μουριά μια φορά, χοντρό ξύλο σαν ρόπαλο, και ο σκύλος κάτι έκανε μέσα σε κάτι χόρτα και ήτανε ολόβρεχτος γιατί είχε βρέξει το πρωί ή χτες και εκείνος σκέφτηκε πως καλό του κάνει του σκύλου η βόλτα.


 Ένα άντρας καραφλός ήτανε πιο κάτω σε ένα λιόφυτο και μιλούσε στο τηλέφωνο και κάτι έλεγε για τις ελιές πως ήτανε λέει φορτωμένες αλλά φορούσε ρούχα γραφείου και όχι ρούχα εργάτη και το πρόσωπο του ήτανε λιγάκι αντιπαθητικό.


Ο καραφλός άντρας ήτανε εντελώς παράταιρος με το περιβάλλον της εξοχής γύρω.


Ο σκύλος όρμηξε στον καραφλό άντρα και του έσκισε το πόδι με τα σαγόνια του και ο άντρας έβγαλε έναν ήχο σαν "μπργγφφφ" και έπεσε κάτω και του έπεσε και το τηλέφωνο από το χέρι και άνοιξε το καπάκι και βγήκε και η μπαταρία έξω και έκανε πατ πατ στο χώμα.


Εκείνος δεν έκανε τίποτα παρα μόνο κοιτούσε το σκύλο να μασάει το πόδι του καραφλού άντρα.


"Κάνε κάτι σε παρακαλώ" είπε ο καραφλός άντρας με αγωνία στη φωνή του και μερικές σταγόνες ιδρώτα φάνηκαν από τους πόρους του καραφλού κεφαλιού του.


"Δεν μπορώ" είπε εκείνος.


"Θα σε γαμ...." πήγε να φωνάξει ο καραφλός άντρας αλλά δεν πρόλαβε γιατί εκείνος του έλιωσε το κεφάλι με το ξύλο της μουριάς και ο σκύλος ξέσκιζε ότι είχε απομείνει από τον αστράγαλο του καραφλού άντρα.


Έσυρε το πτώμα του καραφλού άντρα στα χόρτα και γύρισε με το σκύλο στο σπίτι.


Άφησε το σκύλο στην αυλή και του έδωσε άλλα δύο μπισκοτάκια Spar και πήρε μαζί του το αλυσοπρίονο που είχε πάνω στη λεπίδα κομμάτια κλαδιών ελιάς από το περσινό κλάδεμα και το μαχαίρι μέσα από το συρτάρι του.


Έβαλε λάδι Mobil στο αλυσοπρίονο και βενζίνη. Έβαλε σε όλο του το σώμα σκουπιδοσακούλες μαύρες Champion που μυρίζανε λεβάντα και τις κόλλησε με μονωτική ταινία άσπρη μεταξύ τους για να μην φύγουν από τα πόδια και τα παπούτσια. Πήρε μαζί του το μπιτονάκι το πλαστικό με τη βενζίνη και ένα ζευγάρι εργατικά γάντια που μύριζαν σκυλίλα και γράσο και είχανε κοκαλώσει από το κρύο.


Πήγε στο σημείο που ήταν το πτώμα του καραφλού άντρα. Άναψε ένα τσιγάρο Silk Cut κίτρινο με έναν αναπτήρα Hondos Center και κοίταξε γύρω. Δεν ήταν κανένας. Έβαλε τα ακουστικά του ipod να ακούσει Κατερίνα Στανίση - "Το τηλέφωνο μου". 


Έβαλε μπροστά το αλυσοπρίονο και έπιασε να τεμαχίζει  με αυτό τον καραφλό άντρα.




*


Όταν τελείωσε, έκλεισε το αλυσοπρίονο, έβγαλε δέκα σακούλες Champion με άρωμα λεβάντα από το τζην μπουφάν του και έβαλε τη μία μέσα στην άλλη και έτσι τώρα είχε πέντε διπλές σακούλες.


Έσκισε με το μαχαίρι την κοιλιά του καραφλού άντρα και τράβηξε έξω τα εντόσθια σιγά σιγά και τα έβαλε στην άκρη.


Σκούπισε το μαχαίρι στα χόρτα μέχρι που δεν υπήρχε τίποτα πάνω στο μαχαίρι παρά μόνο μαύρο ατσάλι.


Σκούπισε τα γάντια στα χόρτα.
 Έβαλε μέσα στις πέντε διπλές σακούλες τα κομμάτια του καραφλού άντρα.

Έβρισε λίγο κάτι σαν "γαμώτο" και ξανασκούπιζε τα γάντια στα χόρτα.

 Τα ρούχα, τα εντόσθια, το τηλέφωνο του καραφλού άντρα μαζί με τη μπαταρία, τις σακούλες που φορούσε στα ρούχα του και το κεφάλι του καραφλού άντρα τα έκανε ένα σωρό και τα έκαψε μέσα σε ένα λάκκο που έσκαψε με τα χέρια και τον έλουσε με βενζίνη.


 Όταν η φωτιά έσβησε μετά από μισή ώρα, έριξε χώμα και την βούλωσε και την πάτησε και ήταν σαν να μην υπήρχε τίποτα εκεί. 

Πήρε το αλυσοπρίονο, το μπιτονάκι, το μαχαίρι και 3 σακκούλες και γύρισε στο σπίτι. Έβαλε το αλυσοπρίονο και το μπιτονάκι τη βενζίνη στη θέση τους στο αποθηκάκι και τις σακούλες τις έδεσε με άσπρο σπάγγο και τις έβαλε στον καταψύκτη στο υπόγειο. Γύρισε στο χωράφι και πήρε και τις άλλες δύο σακκούλες και έκανε το ίδιο και με αυτές. Καθάρισε πολύ καλά το αλυσοπρίνονο και το λάδωσε, όπως και το μαχαίρι το λάδωσε και το ακόνισε και το έβαλε στη θέση του στο συρτάρι.



*

Μπήκε στο σπίτι και άναψε το θερμοσίφωνο για δέκα λεπτά.

Μέχρι να ζεσταθεί το νερό εκείνος στεκόταν με το παντελόνι κατεβασμένο μέχρι τους μηρούς και κάτι έκανε με ένα μυ του σώματος του και μετρούσε μέχρι το εκατό μπροστά στον καθρέπτη.


Έκανε μπάνιο με αφρόλουτρο με άρωμα σανδαλόξυλου αλλά χωρίς σφουγγάρι, με τα χέρια, βγήκε γυμνός από το μπάνιο και έβαλε τα ρούχα στα άπλυτα.


Έκοψε τα νύχια των χεριών του μέσα στο νεροχύτη, ξύρισε όλες τις τρίχες του σώματος του, εκτός του κεφαλιού και του προσώπου. Έβαλε κρέμα σώματος. Έπλυνε τα δόντια του. Στέγνωσε το σώμα του με μία πετσέτα άσπρη.


 Ντύθηκε με μία φόρμα μπλε που δεν είχε λάστιχο στη μέση και συνεχώς του έπεφτε, καινούρια εσώρουχα και κάλτσες. Έβαλε να βράζει ένας καφές ελληνικός στο μάτι το μικρό. Έκατσε στο laptop και το άνοιξε. 


Η ώρα στο πλαστικό ρολόι με τα κόκκινα digital γράμματα ήτανε 07:56.


Έβαλε να ακούσει "Είσαι αρρώστεια" από Κατερίνα Στανίση στο YouTube.


Ακούστηκε ένας συριστικός ήχος και ήτανε ο καφές που χύθηκε  και εκείνος έβρισε λίγο σιγανά και έπιασε να καθαρίζει το μάτι με το βέτεξ το κίτρινο και το μάτι έκανε τσσσσ τσσσσ γιατί ήτανε ακόμα καυτό.








4.12.12

άλλοι τίτλοι να αγαπιόμαστε # 2

Γειά σου φιλαράκι μου θέλω να μου δώσεις τη ταινία"θα έχει πολύ αίμα.."

Ήθελε το :Θα χυθεί αίμα




Που'σαι ψηλέ περιμένω γκομενάκι και θέλω αισθηματικό,μήπως έχεις το "αγάπης μίλημα?"

Ήθελε το :αγάπης δίλημμα
 



Μαγκάκι μήπως έχεις την ταινία "ο διάβολος σε σκότωσε?"


Ήθελε το :Πρίν ο διάβολος καταλάβει ότι πέθανες

                                 



Αλάνι έχεις την ταινία "τσίου τσίου το πρεζάκι?"


Ήθελε το:Tσίου. . .





3.12.12


Ο Βασίλης ξύπνησε και έχυσε λίγο από τον καφέ του.




Το μηχανάκι



Το πρώτο μου μηχανάκι  μου το χάρισε ο φίλος μου ο Σάββας, το καλύτερο παιδί της Νέας Αλικαρνασσού και ήτανε ένα Carelli. Γνωριστήκαμε με το Σάββα σε μία ταβέρνα, κάπου στον Κατσαμπά, τώρα έχει κλείσει εκείνο το μαγαζί όμως και έχει γίνει αποθήκη με ξύλα νομίζω και τότε έπαιζε εκεί ζωντανά ο Μητροπάνος τα καλοκαίρια, πριν ακόμη γίνει μεγάλο όνομα στην Αθήνα, κάπου το '78. Τώρα μένω σε ένα σπίτι τριάρι στον Άγιο Μηνά κοντά, κοντά στο υγειονομικό αν ξέρεις. Το νοίκι είναι 200 ευρώ αλλά το σπίτι είναι καλό και φωτεινό αρκετά και να ξέρεις εμένα το σπίτι μου μου αρέσει να είναι πολύ φωτεινό γιατί με πιάνουνε οι μαύρες μου συχνά. Το μηχανάκι που έχω τώρα είναι ένα Honda glx 50. Ποτέ μου δεν έμαθα να οδηγώ αυτοκίνητο γιατί τα φοβάμαι ενώ το μηχανάκι το οδηγώ πιο αβίαστα, πράγμα το οποίο είναι εντελώς ανόητο βέβαια αν το σκεφτείς αλλά εμένα έτσι μου καθόταν πάντα. Ξεκίνησα το γράψιμο το καλοκαίρι του '72, όταν κάποιος με είχε προσβάλει πολύ μπροστά σε κάτι φίλους μου στην παραλία και είχα εκνευριστεί πάρα πολύ αλλά δεν το είχα δείξει και μετά πήγα σπίτι και έγραψα αναλυτικά όλο το συμβάν. Ε από τότε δεν σταμάτησα να γράφω γιατί μου αρέσουν οι ιστορίες, πάντα μου άρεσαν, να τις λέω και να τις ακούω και τα βιβλία μου δεν πάνε κι άσχημα κι έτσι τρώω ένα κομμάτι ψωμί από την τέχνη μου. Τώρα να σου πω, η χειρότερη εποχή που είχα περάσει στο Ηράκλειο ήτανε όταν έμενα μονάχος μου σε ένα δωμάτιο του ΕΛΪΝΑ στη 1821 για 5 χρόνια. Το Ηράκλειο είναι και μικρή και μεγάλη πόλη αλλά πάνω κάτω ο ένας ξέρει τον άλλο. Τώρα βέβαια αμα κατέβω στις καφετέριες δεν ξέρω κανένανε αλλά οι εποχές έτσι είναι. Εμείς αράζαμε με την παρέα μου στα Δειλινά σε ένα μπιλιαρδάδικο και στην πλατεία στα Καμίνια και πηγαίναμε και γήπεδο συχνά ή πηγαίναμε σε κανά χωριό αν είχε κανείς αυτοκίνητο. Στα χωριά περνούσαμε πάντα πιο ωραία, ειδικά τα καλοκαίρια. Τώρα τα πράγματα είναι πιο δύσκολα αλλά εντάξει, πάνω κάτω τα ίδια είναι, οι εικόνες αλλάζουνε. Έχω δύο πολύ καλούς φίλους και μιλάμε κάθε μέρα. Οικογένεια δεν έκανα, μου είχε τύχει η ευκαιρία αλλά την "έκαψα" γιατί ήμουν πολύ ατίθασος και επαναστάτης μέσα μου. Είναι στιγμές που το μετανείωνω που δεν έκανα οικογένεια αλλά βλέπω και άλλους που έχουν και δεν ξέρω κατά πόσο είναι ευτυχείς. Δεν ξέρω να σου πω, είναι δύσκολα αυτά τα πράγματα να τα κρίνει κανείς Αγάπες έκανα πολλές και μερικές ήταν πολύ μεγάλες και αφήσανε σημάδια αλλά εντάξει. Τα δόντια μου τα έχω όλα ακόμα γιατί πάντα τα έπλενα σαν μανιακός τρεις φορές τη μέρα.  Θυμάμαι τη μάνα μου την καημένη που μου έλεγε "Μόνο εσύ παιδί μου πλένεις τα δόντια σου το βράδυ" και γελούσε. Γενικά είμαι άτομο που δεν φοβάται πολύ. Ποτέ δεν είχα φόβους. Οι άνθρωποι έχουνε πολλούς φόβους. Ακόμα και ο θάνατος μια ιδέα είναι, έρχεται ξαφνικά και φεύγεις κι αυτό ήταν όλο. Δεν πρέπει να σκας για τίποτα, για τίποτα σου λέω, γιατί μετά θα το δεις πιο ψύχραιμα και θα γελάς. Μπορείς να πεις πως από τη ζωή μου δεν έμαθα και πολλά, αλλά αυτό εμένα με παρηγορεί. Ένα πράγμα που θυμάμαι; Τον Τσιτσάνη να παίζει το "Κάθε βράδυ λυπημένη" το '72 στο Λάκκο, με τη Μαρίκα Νίνου να χαμηλώνει τη φούστα της και να χαμογελάει.

2.12.12






Στα κρυφά





Οι μπότες ήταν ένα νούμερο μικρότερες και την χτυπούσαν στα μπροστινά μεγάλα δάχτυλα, μέχρι την άλλη μέρα την πονούσαν. Τα μισά χόρτα ήταν ξερά και τα άλλα μισά πράσινα. Οι βέργες ήταν τόσο παγωμένες και αμέσως έβγαλε δύο φούσκες στα χέρια. Έφυγε από τη δουλειά και μπήκε μέσα στο αυτοκίνητο του πατέρα της και ήταν πολύ ζεστά εκεί μέσα. Παντού υπήρχαν σκόρπια λευκά χαρτιά στο ταμπλώ και το αυτοκίνητο ήταν ένα Φίατ Uno πράσινο. Άνοιξε το ντουλαπάκι και βρήκε μέσα ένα ξύλινο σταυρουλάκι, μια άδεια θήκη γυαλιών, άδεια κυκλοφορίας, κάτι κλειδιά που έγραφαν ΣΠΙΤΙ-ΧΩΡΙΟ με στυλό μπλε, ψίχουλα, έναν αναπτήρα που δεν άναβε και έγραφε ΣΠΑΝΟΣ-ΧΡΩΜΑΤΑ και κάτι χαρτιά που δεν ήξερε τι είναι αλλά ήταν βρώμικα. Άναψε ένα τσιγάρο από το πακέτο Μάρλμπορο Gold του πατέρα της που το είχε ξεχάσει με τον αναπτήρα του αυτοκινήτου. Κοιτούσε κλεφτά να δει αν έρχεται κανείς. Πόνεσε στο μπούτι και φοβήθηκε αλλά της πέρασε. Έκανε θόρυβο με το λαιμό της και γέλασε γιατί της θύμισε μια ταινία ιταλική που είχε δει παλιά στη ΝΕΤ αλλά δεν ήξερε τον τίτλο. Κάποιος ερχόταν και άκουγε το χριτς χριτς από τα χόρτα. Έσβησε το τσιγάρο στο χέρι της και το μετάνειωσε γιατί πόνεσε πάρα πολύ. Πέταξε το τσιγάρο στο πατάκι του οδηγού και το πάτησε. Βγήκε έξω και είπε πως όλα ήταν καλά και κρατούσε το χέρι της. Πήγαν μαζί πίσω και κοίταξε το σημάδι και σκέφτηκε πως ήταν ηλίθια που έσβησε το τσιγάρο στο χέρι της ενώ θα μπορούσε απλά να το πετάξει κάπου. Ο πατέρας της της είπε αν ήθελε τίποτα να φάει.

1.12.12









Πρωινό στου Βάρσου





Καθόταν στο βαρύ κάθισμα από δερματίνη κάθε μέρα. Φορούσε πουκάμισο χρώματος γκρίζου που είχε αγοράσει από τη λαϊκή αγορά του Αγίου Κωσταντίνου στα Πετράλωνα. Τα χέρια του μύριζαν πορτοκάλι κάθε πρωί γιατί καθάριζε πορτοκάλια με το χέρι. Τα παράθυρα ήταν μονωμένα με σιλικόνη χρώματος άσπρου. Το καλοριφέρ ήταν από εκείνα τα μικρά και είχαν μαυρίσει από την πολυκαιρία. Το τραπεζάκι ήταν τόσο λεπτό που με το παραμικρό άγγιγμα τρανταζόταν. Κάποιος είχε βάλει να παίζει ελληνική μοντέρνα μουσική στα ηχεία που είχαν πιάσει στο καπάκι τους σκόνη. Το φλιτζάνι του καφέ ήταν απο εκείνα τα απλά τα άσπρα φλιτζάνια που βρίσκεις κυρίως στα καράβια, το κουτάλι ήταν υπερβολικά μικρό και ξεθωριασμένο. Φορούσε ρολόι Q&Q με άσπρο καντράν και μαύρο λουράκι. Στο μπροστινό κάθισμα κάποιος είχε ξαπλώσει και είχε ψηλά τον αγκώνα του. Μία χαρτοπετσέτα ήταν τσαλακωμένη δίπλα από το φλιτζάνι. Οι κάλτσες ήταν τεντωμένες τέρμα στα πόδια και το παντελόνι του ήταν κοντό. Το απένταντι αδειανό κάθισμα είχε ρίπλες και στάμπες που ήταν πολύ παλιές. Το καλοριφέρ σκεπαζόταν από ένα κομμάτι ξύλο-κασελίκι. Το πάτωμα ήταν παλιό μωσαικό χρώματος καφέ με άσπρα πετραδάκια και μαύρα πετραδάκια. Άναψε τσιγάρο μάρκας R1. Τα καθίσματα δεν ήταν εντελώς κολλημένα μεταξύ τους. Η κανάτα του νερού ήταν σαν δοχείο από χημικό εργαστήριο και ήταν γεμάτη μέχρι τη μέση. Το ποτήρι του νερού ήταν απο τα απλά που βρίσκεις παντού και ήταν άδειο με δύο σταγόνες να τρέχουν από την έξω μεριά του ποτηριού. Το παράθυρο άνοιγε με ένα χερούλι που ήταν βαμμένο άσπρο σαν το κεσελίκι και είχε πάνω του δέκα στρώσεις μπογιάς. Έπιασε το κουτάλι και το έβαλε μέσα στο φλιτζάνι. Έσβησε το τσιγάρο μέσα στο ποτήρι γιατί δεν υπήρχε τασάκι. Πριν σβήσει το τσιγάρο έριξε μία ματιά προς τη μεριά του ταμείου.

30.11.12




Πρόβλημα με τον εκδότη μου



"Και μου αρέσει που του είπα του μαλάκα του Σπάκη, ρε μαλάκα Σπάκη σου λέω γράφω κάτι καινούριο να πούμε γιατί πρέπει να με πέρνεις τηλέφωνο αξημέρωτα ρε μαλάκα και να με ξυπνάς; Ακόμα και ο σκύλος νευρίασε, εγώ δηλαδή να μη τα πάρω στο κρανίο ρε μαλάκα Σπάκη;" του λέω του Ρεντ.
"Ε καλά ρε μαλάκα Πόντσο ντάξει δεν σε πήρε και 7 η ώρα το πρωί" είπε ο Ρέντ.
"Κοίταξε να δεις Ρεντ, για μένα 10 η ώρα το πρωί είναι χάραμα, εγώ είμαι μαθημένος να ξυπνάω μετά τις 12 το μεσημέρι αγόρι μου, έτσι είμαι μαθημένος πως να το κάνουμε; Μπορώ να το αλλάξω το βιολογικό μου ρολογάκι; Μπορώ νομίζεις; Ρώτα ρε μαλάκα Ρεντ τη Βασίλισσα της γαμημένης της Αγγλίας αν της αρέσει να σηκώνεται από τις 10 το πρωί ρε, για ρώτα τη να δεις τι θα σου πει" του είπα.
"Θέλεις να μου πεις πως είσαι κάτι σαν γαλαζοαίματος Πόντσο;" ρώτησε ειρωνικά ο Ρεντ.
"Ναι ρε μαλάκα Ρεντ, αυτό είμαι, είμαι ένας γαλαζοαίματος. Είμαι ένας πρίγκιπας του σκότους με μπλαβιά τσουτσούνα και αν με ξυπνήσεις από τις 10 με το γαμημένο το κωλοτηλέφωνο να χτυπάει σαν το δαιμονισμένο καβλί του Εωσφόρου δίπλα στο αυτί μου, νευριάζω και σπάω πράγματα και θέλω να βιάσω κάποιο αθώο κωλαρίκο και να κάνω εμετό" είπα και άναψα το πούρο μου που είχε σβύσει. Η στάχτη είχε πέσει στο μπλουζάκι μου και μου έκαιγε το δέρμα και η κοιλιά μου έμοιαζε να έχει βγει από κάποια γελοία ταινία τρόμου.
"Εντάξει, εντάξει ηρέμησε αγόρι μου, ηρέμησε. Πες μου μόνο ένα πράγμα ρε Πόντσο, γιατί έπρεπε να πας στο σπίτι του Σπάκη και να βάλεις το σκύλο να του δαγκώσει τον κώλο;" ρώτησε ο Ρεντ καθώς άνοιγε το τρίτο κουτάκι μπύρας.
"Δεν πήγα σε κανένα γαμημένο σπίτι. Δεν στα είπανε καλά. Αυτός ο μαλάκας ο Σπάκης ήρθε, αμέσως μετά το γαμημένο το πρωινό του τηλεφώνημα, και μου χτυπούσε τις πόρτες, επειδή του είχα κλείσει το τηλέφωνο στη μούρη, την στιγμή που εγώ είχα ηρεμήσει και πάλι και είχα ξανακουλουριαστεί στο αγαπημένο μου κρεβατάκι μέσα στα ζεστό μου πάπλωμα" είπα με σθένος και άνοιξα κι εγώ μια μπύρα με το ανοιχτήρι.
"Δηλαδή θέλεις να μου πεις πως δεν πήγες εσύ στο σπίτι του Σπάκη;" είπε ο Ρεντ.
"Κοίτα μαλάκα μη μου σπας άλλο τα αρχίδια με το μαλάκα το Σπάκη και τις αρχιδιές του. Του είπα  καλά να πάθεις μαλάκα που σου δάγκωσε το κώλο ο Ντρούζυ και από δω και πέρα αυτά που θα γράφω θα τα βάζω στο προσωπικό μπλογκ μου στο ίντερνετ και χέστηκα για το γαμημένο τον εκδοτικό σου οίκο και την κωλοφυλλάδα σου. Να πας να γαμηθείς κι εσύ και οι πολτοί σου." είπα στο Ρεντ.
"Και πως θα ζήσεις ρε μαλάκα τώρα που δεν θα εκδίδεις διηγήματα στο περιοδικό του;"¨ρώτησε ο Ρεντ.
"Βρήκα ένα καινούριο περιοδικό και δεχτήκανε μια καινούρια ιστορία μου με 100 ευρώ" είπα και τράβηξα μια γερή τζούρα από το στραπατσαρισμένο μου πούρο. Άφησα μια κλανιά και ο Ντρούζι βρυχήθηκε και άλλαξε πλευρό στο χαλί.
"Ποιο ρε;" ρώτησε πάλι ο Ρεντ.
"Εναλλακτικό Αστροπελέκι" είπα.
"Έτσι λέγεται;" ρώτησε ο Ρεντ.
"Ναι" είπα.
"Τι μαλακία όνομα είναι αυτό; Τι θέμα έχει;" ρώτησε.
"Γυμνές μούνες με εναλλακτικό στυλ, κορίτσια, ψωλές, μπλογκς, media, μαγειρική και τέτοιες παπαριές" είπα.
"Και τι τους έστειλες;" ρώτησε πάλι ο Ρεντ.
"Μια καινούρια ιστορία μου" είπα και έξυσα λίγο τη μασχάλη μου. Θυμήθηκα πως έπρεπε να κάνω μπάνιο σήμερα και βαριόμουν.
"Πως λέγεται;" ρώτησε.
"Ο βιασμός της Παρθένου" είπα και ξεφύσηξα καπνό από τα ρουθούνια σαν καμνιόνι.
"Είσαι για δέσιμο" είπε ο Ρεντ.
"Αυτός είμαι" είπα με στυλ Καρόλου της Αγγλίας.
Χτύπησε το τηλέφωνο και τρόμαξα. Άφησα άλλη μία κλανιά ξαφνική. Ήταν ο Σπάκης. Με παρακαλούσε να ξαναγράψω για την κωλοφυλλάδα του. Είπα εντάξει Σπάκη αλλά κομμένα τα πρωινά τηλέφωνα και θέλω και αύξηση, 0.20 λεπτά η λέξη, έχω και λογαριασμούς να πληρώσω.
Δέχτηκε.
Ο Ρεντ μου είπε πως ο σκύλος ήθελε μπάνιο.
Του είπα πως το μπάνιο δεν έκανε καλό στο δέρμα του.
Ήπιαμε ακόμη μερικές μπύρες και μετά ο Ρεντ την έκανε.
Εγώ στρώθηκα στο γράψιμο, έβαλα στο winamp να παίζει Mahler και άρχισα να πατάω τα βρώμικα πλήκτρα του λάπτοπ.
Άλλη μια νύχτα θα περνούσε, εγώ θα έμενα για πάντα ο ίδιος και οι γλάροι θα χέζανε με αδιαφορία τις καράφλες που θα τολμούσαν να κάνουν βόλτα σε κάποια παραλία.

29.11.12

                                                                       




                                                         το ίντερνετ


    Ήτανε στη γειτονιά πολύ καλός και γνωστός από μικρό παιδάκι. Όταν μεγάλωσε άρχισε να κλέβει δισκάδικα, κυρίως το Δισκόραμα γιατί στο άλλο είχανε συναγερμούς. Μετά άρχισε να κλέβει βιβλιοπωλεία και σούπερ μάρκετ. Αυτά τώρα τα έκανε πριν από την κρίση έτσι; Μετά βαρέθηκε να κλέβει γιατί ήθελε να βρει καμιά δουλειά κανονική λέει και καλά. Δεν βρήκε όμως δουλειά κανονική και άρχισε να σκέφτεται να ξεκινήσει να κλέβει πάλι γιατί είχε έρθει και η κρίση τότε. 
    Του είχανε κλείσει και το λογαριασμό στο YouTube γιατί ανέβαζε βιντεάκια με μουσική από Αμέρικα. Τη μέρα που του κλείσανε το λογαριασμό στο YouTube κόντεψε να αρρωστήσει από στεναχώρια το παιδί αλλά μετά το ξεπέρασε σιγά, σιγά τρώγωντας καλά φαγητά και κάνωντας γυμναστική.
     Έψαχνε τρόπους να χακάρει το facebook του. Δεν τα κατάφερνε. Απογοητευόταν πολύ εύκολα και με την παραμικρή δυσκολία τον έπιανε δυσκοιλιότητα και αναγκαζόταν να τρώει εκείνα τα φρούτα που είναι απέξω τριχωτά και από μέσα πράσινα με μαύρα κουκουτσάκια και τα σιχαινόταν.
      Μια μέρα βρήκε το τρόπο να φτιάξει το δικό του ίντερνετ και έφτιαξε ένα τρομερό μόντεμ και συνδέθηκε και ήταν μόνος του μέσα στο δικό του ίντερνετ και μόλις το συνειδητοποίησε πως ήταν μόνος του άρχισε να κλαίει.
      Είχε βάλει να παίζει στο repeat Day Joy - Talks of Terror γιατί το συγκεκριμένο κομμάτι τον έκανε να αισθάνεται καλά αλλά και σκατά μαζί.
     Κάποιος τον πήρε τηλέφωνο μια μέρα και του είπε πως ήθελε να του αγοράσει το ίντερνετ του και εκείνος είπε πως δεν το πουλούσε και να πάει να γαμηθεί, ήταν δικό του το δικό του  το ίντερνετ, το είχε πάρει απόφαση, πάει και τελείωσε ρε παιδιά.
    Στη γειτονιά όλοι τονε ματιάζανε γιατί ήτανε καλό παιδί αλλά λίγο τεμπέλης και μυστήριος τυπάκος.
     Μια μέρα ανέβηκε στην ταράτσα του σπιτιού του με τη χνουδωτή ρόμπα του και από μέσα δεν φορούσε τίποτα και εκείνη τη μέρα φυσούσε πάρα πολύ και έβγαλε τη χνουδωτή ρόμπα και ήτανε νύχτα και βούτηξε μέσα σε μια πύρινη λίμνη φωνάζοντας: 
     "ΟΧΙ".
    Την άλλη μέρα τον πήρε τηλέφωνο η αδερφή του και τον ρώτησε γιατί πάντα όταν του μιλούσαν για κάτι κοκκίνιζαν τα αυτιά του.
    Εκείνος δεν ήξερε τι να πει.
    Σε τρεις μέρες είχε ραντεβού στο ΙΚΑ και αποφάσισε πως θα πήγαινε high στον Εσταυρωμένο γιατί είχε πιο πολύ πλάκα.
    
     

27.11.12

NEVERMIND THE BLASPHEMY #2

ΣΤΕΛΑΚΗΣ - megales alithies sto toixo tou ai giorgi stis pateles



Ήμανε με το σκύλο μου στη πλατεία της Αλικαρνασσού και λέω από μέσα μου ρε δε πάω να ρίξω κανα σπρέιτ στις Πατέλες γιατί και πολύ μου την είχε σπάσει ο άη γιώργης που ήτανε κι στη μέση μέση η εκκλησία εννοώντας. Παίρνω το σκύλο μου που τονε φωναζω Ανέστη και πάμε και αγοράζομαι σπρέυτ από το μαγαζί με τα σιδερικά. Τρέχω σαν δαίμονας και γράφω αυτό το συνθυματάκι και εκείνη τη στιγμή τέλειωνε ο εσπερινός γιατί ήτανε της αγίας Μυρτυλίας  και μια γριά πετάχτηκε από το παράθυρο σαν ιπτάμενη βδέλλα και με πατάει ένα μουνίδι στη μύτη και όχι δεν έκανα λάθος δεν μου έκατσε μπουνίδι αλλά ΜΟΥΝΙΔΙ γιατί έκατσε πάνω στη μάπα μου σα χταπόδι και άρχισε να τις πομολιές με το γέρικο της τέτοιο και βρωμούσε πατατίλα και γεροντίλα και λιβάνι και έκανα εμετό και ο σκύλος της δάγκασε το κανί και έγλυφε τον εμετό και ευτυχώς η γριά ξαναμπήκε στην εκκλησία γιατί ο παπάς φώναξε ΕΛΑΤΕ ΤΩΡΑ ΚΟΒΟΥΜΕ ΤΟ ΑΡΤΟΝΙ. Το συνθυματόνι μου το γραψα πάντως αλλά ακόμα μυρίζω πατατίλα και λάμπα.  


22.11.12


20.11.12

ορίστε λοιπόν κάτι από το αραχνιασμένο μου αρχείο #2 



 [...] Σύρθηκα μέχρι την κοντινότερη πιάτσα ταξί. Η βροχή είχε ηρεμήσει λίγο και τώρα μόνο κάτι αρρωστημένες ψιχάλες πέφτανε από ψηλά. Θυμίζανε όμως κινέζικο βασανιστήριο. Το αίμα από το κομμένο μου δάχτυλο κυλούσε στο πουκάμισο και στο παντελόνι που ήταν όλα ήδη μούσκεμα από τη βροχή.
   Η νύχτα αυτή ήταν η μεγαλύτερη αποτυχία της καριέρας μου σαν ανθρώπινο πλάσμα.
   Ευτυχώς τα σάρκινα μέλη και το μυαλό είχαν όλα μουδιάσει κάτω από το βάρος του σοκ κι ο πολύς πόνος ήταν ακόμη κρυμμένος. Θα ερχόταν όμως από στιγμή σε στιγμή, απλώς μου έδινε μερικά λεπτά περιθώριο, παίζοντας κρυφτούλι με τα νεύρα και προετοιμάζοντας με για το μεγάλο κύμα του.
   Ήμουν μέσα σε μία μαύρη, βαθειά λίμνη. Τα νερά ήταν άγνωστα.
   Έπρεπε να κολυμπήσω όμως, αλλιώς θα πνιγόμουν, ακόμη κι αν δεν ήξερα τι βρίσκεται μέσα σε τόσο εχθρικά νερά. Κουνούσα τα χέρια και τα πόδια μου μηχανικά, σαν μαριονέτα.
   Πεινασμένα σκυλόψαρα καραδοκούσαν και τεράστιες ρουφήχτρες χορεύανε δίπλα μου.
   Ένας ταρίφας σταμάτησε μπροστά μου κάπου στην Ακαδημίας. Έκανα σήμα με το καλό, αριστερό μου χέρι αλλά όταν μπήκα μέσα και είδε σε τι χάλι βρισκόμουν ήταν έτοιμος να γκαζώσει και να φύγει, αφήνοντας με πάλι στην άσφαλτο, αιμόφυρτο.
   Πρόλαβα και έκλεισα τη πόρτα με όσες δυνάμεις μου είχαν απομείνει.
   Δεν είναι εύκολο να βρεις ταξί αυτή την ώρα και με αυτή τη φάτσα που κυκλοφορώ.
   «Πρόσεξε μη μου λερώσεις τα καθίσματα».
   «Κανένα πρόβλημα».
   «Τι έπαθες εσύ; Σε πάτησε καμιά μπουλντόζα;»
   «Καλά είμαι».
   Είπα του ταρίφα να με πάει σπίτι. Πουλχερίας 106. Δεν υπήρχε περίπτωση να τα καταφέρω αν δεν είχα μπει στο ταξί. Το νοσοκομείο σε αυτή τη φάση είναι μια πολυτέλεια. Δεν έχω φράγκα μαζί μου και οι γιατροί θα είναι πιο φρικαρισμένοι από μένα οπότε διαγράφουμε την περίπτωση κανονικής νοσηλείας. Έτσι κι αλλιώς το δάχτυλο έκανε φτερά και το αίμα έχει σταματήσει.
   Ο πούστης ο Όλι, το έκοψε από τη ρίζα.
   Ο μικρός, εννιαδάχτυλος Κωστάκης Κοβαλένκο σε νέες περιπέτειες.
   Ξαφνικά έχω την τάση να πηδήξω από το ταξί εν κινήσει μπας και φιλοτιμηθεί να με πατήσει καμιά νταλίκα.
   Γιατί να είναι όλα τόσο για τον πούτσο;
   Στην υπόγα της Πουλχερίας, αυτό το πράγμα που αποκαλώ σπιτικό, χτύπησα δύο Lonarid (είχα καβατζωμένο ένα κουτί για τις δύσκολες μέρες που ήξερα πως τελικά θα ερχόντουσαν) μπας και καταφέρω να κοιμηθώ.
   Ο πόνος ξεκίνησε να κάνει το δικό του πάρτυ χωρίς να με ρωτήσει.
   Ρούφηξα και τρεις γουλιές από ένα μισογεμάτο Cutty Sark για να πάνε κάτω τα χάπια.
   Η ώρα είναι τρεις και μισή τη νύχτα. Κατά τις εφτά θα τηλεφωνούσα στο Κτηνίατρο.[...]
  



11.11.12


ορίστε λοιπόν κάτι από το αραχνιασμένο μου αρχείο...


  «Δεν χρειάζεται να μπαίνεις στον κόπο. Μόλις φτάσουμε στον Πειραιά οι δρόμοι μας χωρίζουν. Έχω δουλειές να κάνω» είπα και θυμήθηκα πως στην τσέπη μου είχα μόνο διακόσια ευρώ και όντως χρειαζόμουν καινούρια ρούχα. Είχα μία ακατανίκητη τάση να καταστρέφω τα ρούχα και τα παπούτσια μου. Ίσως να γεννήθηκα σε λάθος εποχή. Έπρεπε να είχα γεννηθεί στην εποχή των παγετώνων ή των δεινοσαύρων και να περιτριγύριζα τους κάμπους με την πούτσα έξω, ένα ρόπαλο στο χέρι και το αεράκι να μου γαργαλάει τα αρχίδια καθώς θα κυνηγούσα αρκούδες και βροντόσαυρους.
   Η αλήθεια είναι πως δεν υπήρχε περίπτωση να φτάσω στη Λυών αεροπλανικώς με διακόσια ευρώ. Κάτι έπρεπε να κάνω.

    «Θέλω να έρθω μαζί σου» μου λέει με σοβαρό ύφος η Δήμητρα. Ήταν τόσο σοβαρή που για μια στιγμή σταμάτησε να χτενίζει το σκύλο και ο σκύλος άρχισε να γαβγίζει.
    «Εκεί που θα πάω δεν θέλεις να έρθεις πίστεψε με».
    «Και που είναι αυτό δηλαδή;».
    «Στη Λυών. Αλλά δεν θα πάω για διακοπές».
    «Μια χαρά, πάντα ήθελα να δω την Γαλλία» μου λέει με χαμόγελο η Δήμητρα.
    «Δουλειά δεν έχεις κοπέλα μου;» την ρωτάω αγανακτισμένος.
    «Όχι. Ο πατέρας μου είναι φραγκάτος και εγώ υπάρχω για να του τρώω τα λεφτά. Έχεις πρόβλημα;».
    «Κανένα. Αρκεί να μην σε έχω στα πόδια μου».
    «Λοιπόν θα κάνουμε μια συμφωνία, όλα τα έξοδα δικά μου αρκεί να με αφήσεις να έρθω μαζί σου» μου ανακοινώνει η Δήμητρα και ο σκύλος γάβγισε και άρχισε να μου γλύφει τον καβάλο του παντελονιού μου.
   «Κοίτα, εκεί που θα πάμε θα είναι πολύ γάμησε τα και μπορεί να πέσουν και πιστολιές. Μπορεί να πεθάνουμε και εσύ κι εγώ και ο σκύλος σου» της λέω.
    «Γουστάρω!».
    Η τύπα ήταν για δέσιμο αλλά δέχτηκα να την πάρω μαζί μου και αυτήν και το σκύλο της μιας και δεν είχα φράγκο και στην τελική δεν με χαλούσε να έχω δίπλα μου μια όμορφη γυναίκα που θα πλήρωνε τα πάντα για μένα. Ήθελα να την ρωτήσω γιατί, αφού ήταν τόσο φραγκάτη όσο έλεγε, δεν είχε πάρει μία λουξ καμπίνα, μόνο καθόταν και ταλαιπωριόταν με όλους τους άλλους μαλάκες στο κατάστρωμα.
    «Τι ακριβώς θα κάνουμε στη Λυών κύριε Κώστα Κοβαλένκο;» με ρωτάει με αστεία διάθεση η Δήμητρα.
    «Πάμε να βρούμε τη Λέτα».
    «Ποια Λέτα;» με ρωτάει.
    «Την Ομελέτα».